• ΑΔΗΛΩΤΑ ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΑ ΟΠΛΑ

    Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 6 του Ν. 2168/1993 (Νόμος περί Όπλων), όπως τροπ. με την παρ.1 του αρθρ. 59 του Ν. 4249/2014 (ΦΕΚ Α 73. 24.3.2014) ορίζεται ότι:

     

    «Ο κάτοχος κυνηγετικού όπλου που δεν έχει εφοδιαστεί με την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του ν. 2168/1993 άδεια κατοχής, δεν υπέχει ποινική ευθύνη αν με δική του θέληση και πριν εξετασθεί με οποιονδήποτε τρόπο για παράνομη κατοχή κυνηγετικού όπλου από την αρχή, υποβάλει στις αρμόδιες αστυνομικές αρχές τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για τη χορήγηση άδειας κατοχής. «Στην περίπτωση αυτή, ο κάτοχος υποχρεούται να καταβάλει, για την έκδοση άδειας κατοχής κυνηγετικού όπλου, το δεκαπλάσιο των τελών που προβλέπονται κάθε φορά. Ο κάτοχος κυνηγετικού όπλου δεν υπέχει ποινική ευθύνη αν εντός διετίας από τη λήξη της ισχύος της άδειας κατοχής υποβάλει στις αρμόδιες αστυνομικές αρχές τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την ανανέωση της άδειας και καταβάλει το πενταπλάσιο των προβλεπόμενων τελών για την ανανέωση της. Μετά την πάροδο της ως άνω διετούς προθεσμίας, ο κάτοχος του κυνηγετικού όπλου δεν υπέχει ποινική ευθύνη αν με δική του θέληση και πριν εξετασθεί με οποιονδήποτε τρόπο για παράνομη κατοχή κυνηγετικού όπλου από την αρχή υποβάλει στις αρμόδιες αστυνομικές αρχές τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την ανανέωση της άδειας και καταβάλλει το πενταπλάσιο των προβλεπόμενων τελών».

    Κατά τα ανωτέρω οι κυνηγοί, οι οποίοι έχουν στην κατοχή τους αδήλωτα κυνηγετικά όπλα ή κυνηγετικά όπλα των οποίων η άδεια κατοχής έχει λήξει, πρέπει αυτοβούλως να απευθυνθούν στην αρμόδια Αστυνομική Αρχή, προκειμένου να δηλώσουν το όπλο ή τα όπλα τους, διότι διαφορετικά εάν καταληφθούν με αδήλωτο όπλο από οποιαδήποτε αρμόδια αρχή, δεν έχει ισχύ η ανωτέρω διάταξη και υφίστανται τις συνέπειες του Ν. 2168/1993.

    (σ.σ .περισσότερες πληροφορίες στη στήλη των νομικών θεμάτων)

  • Επανάληψη Προκύρηξης Ασφάλισης Κυνηγών

    σελ 1 σελ 2

  • ΗΛΕΚΤ. ΣΗΜΑΝ. ΣΚΥΛΩΝ & ΕΜΒΟΛΙΑΣΜΟΣ

    Η Ζ΄ Κυνηγετική Ομοσπονδία Θεσσαλίας & Ν. Σποράδων ανακοινώνει

     τα εξής :

    Βάσει του Ν.4039/2012 παρ.1,4,5, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 4235/2014, ΦΕΚ. Α32/11.2.2014, κάθε ιδιοκτήτης σκύλου υποχρεούται:

    • Να μεριμνά για τη σήμανση και την καταγραφή του ζώου του, καθώς και για την έκδοση βιβλιαρίου υγείας μέσα σε προθεσμία  δύο μηνών από τη  γέννησή αυτού ή      μέσα σε ένα μήνα από την εύρεση ή την απόκτησή του.
    • Να τοποθετεί σε εμφανές σημείο του περιλαίμιου του ζώου μεταλλική κονκάρδα, η οποία παρέχεται από τους κτηνιάτρους κατά την πραγματοποίηση του απαραίτητου αντιλυσσικού εμβολιασμού του.
    • Να φέρει μαζί του κατά τη διάρκεια του  κυνηγιού ή την οποιανδήποτε μετακίνησή του μαζί με το σκύλο του, ενημερωμένο το βιβλιάριο υγείας ή το διαβατήριό του σκύλου.

    Σε περίπτωση που ο σκύλος, ο οποίος χρησιμοποιείται στο κυνήγι δεν έχει σημανθεί σύμφωνα με την περίπτωση α΄ της παρ. 1 του Ν.4039/2012 (ως τροπ. και ισχύει) και δεν έχει εγγραφεί χειρόγραφα ή με την ετικέτα ταυτοποίησης ο αριθμός της σήμανσης στο βιβλιάριο υγείας ή στο διαβατήριο του ζώου, πέραν των λοιπών διοικητικών κυρώσεων (προστίμων) που προβλέπονται στο αρ. 21 του Ν. 4039/2012 (ως τροπ. και ισχύει), αφαιρείται η άδεια κυνηγιού από τον κυνηγό ιδιοκτήτη του, μέχρι να σημανθεί το συγκεκριμένο ζώο.

  • ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟΝ ΝΟΜΩΝ ΠΕΡΙ ΟΠΛΩΝ

    ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ν.2168/1993-ΑΡΘΡΟ 59 ΤΟΥ ν.4249/2014

    Οι κυριότερες αλλαγές είναι :

       Τα κυνηγετικά όπλα χωρίς Άδεια κατοχής (αδήλωτα) δεν υφίστανται ποινική ευθύνη αν δηλωθούν αυτοβούλως και το κόστος έκδοσης άδειας κατοχής ανέρχεται στα  60 € (αντί των 120 € που ίσχυε).
    Τα κυνηγετικά όπλα για τα οποία έχει λήξει η άδειά τους, όταν ανανεώνονται εκπρόθεσμα με πρωτοβουλία του κατόχου, το κόστος ανέρχεται  στα  30 € (αντί των 120 € που ίσχυε).

          Δεν υφίσταται ποινική ευθύνη του κατόχου για τα δύο πρώτα χρόνια μετά τη λήξη της Άδειας Κατοχής του Κυνηγετικού όπλου (ΑΚΚΟ).

     Αναλυτικότερα:

    • Οι κάτοχοι αδήλωτων κυνηγετικών όπλων, δεν θα έχουν καμία νομική συνέπεια, εάν προσέλθουν με δική τους πρωτοβουλία και υποβάλλουν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την έκδοση των απαραίτητων αδειών κατοχής, καταβάλλοντας το χρηματικό ποσό των 60 ευρώ σε παράβολα, αντί του χρηματικού ποσού των 120 ευρώ που ίσχυε με τις προηγούμενες διατάξεις.
    • Οι κάτοχοι κυνηγετικών όπλων που έχει εκδοθεί άδεια κατοχής αλλά έχει λήξη η ισχύς της, δεν θα έχουν καμία νομική συνέπεια, εφόσον προσέλθουν στις αστυνομικές υπηρεσίες με δική τους πρωτοβουλία μέσα σε χρονικό διάστημα δύο ετών, από την ημερομηνία λήξης της αδείας και υποβάλλουν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, καταβάλλοντας το χρηματικό ποσό των 30 ευρώ σε παράβολα αντί του χρηματικού ποσού των 120 ευρώ που ίσχυε με τις προηγούμενες διατάξεις.
    • Οι κάτοχοι κυνηγετικών όπλων που έχει εκδοθεί άδεια κατοχής αλλά έχει λήξη η ισχύς της, δεν θα έχουν καμία νομική συνέπεια, εφόσον προσέλθουν στις αστυνομικές υπηρεσίες με δική τους πρωτοβουλία, μετά το πέρας της διετίας από την ημερομηνία λήξης της αδείας και υποβάλλουν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, καταβάλλοντας το χρηματικό ποσό των 30 ευρώ σε παράβολα αντί του χρηματικού ποσού των 120 ευρώ, που ίσχυε με τις προηγούμενες διατάξεις, εφόσον δεν έχουν πριν με οποιοδήποτε τρόπο εξεταστεί από αρμόδια Αρχή για παράνομη κατοχή κυνηγετικού όπλου.

    Οι κάτοχοι των κυνηγετικών όπλων που έχει εκδοθεί άδεια κατοχής αλλά έχει λήξη η ισχύς της, θα έχουν νομικές συνέπειες, εάν μετά το πέρας της διετίας δεν έχουν υποβάλλει τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και με οποιοδήποτε τρόπο εξεταστούν ή ελεγχθούν από τις αρμόδιες αρχές για παράνομη κατοχή. Στην περίπτωση αυτή θα κινείται αυτεπάγγελτα από τις Αστυνομικές Αρχές η ποινική διαδικασία σε βάρος των κατόχων κυνηγετικών όπλων

  • Διατάξεις περί θήρας

    ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΘΗΡΑΣ ΤΟΥ ΔΑΣΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ (Ν.Δ. 86/1969)

    Άρθρον 251

     

      1. Η θήρα επιτρέπεται να ασκήται ως άθλημα, καθ` όλην την Επικράτειαν,

    κατά τας διατάξεις του παρόντος κώδικος.

      2. Ως θηρεύσιμα θηράματα νοούνται πάντα τα άγρια θηλαστικά και πτηνά

    πλην:

      Εκ των θηλαστικών:

      Των ακανθοχοίρου, νυκτερίδος, μυγαλής, ασπάλακος.

      Εκ των πτηνών:

    α) Των μικροτέρων κατά μέγεθος της σιταρήθρας, μη συμπεριλαμβανομένης (τουτέστι των μικροτέρων εις μήκος των 17 εκ.),  β) των κύκνου, πελαργού, φοινικοπτέρου ροδοχρόου, γερανού, κούκκου, όλων των ειδών γυπός (ορνέου), παντός είδους δρυοκολάπτου, έποτος(τσαλαπετεινού), όλων των ειδών κίρκου (κιρκινεζιού) και τριόρχου, ακριδοθήρα (αγιοπουλιού), σίττης (τσοπανάκου σφυρικτή), αιγοθήλου (γιδοβίζι – πλάνου), του μικρού μελανοκεφάλου γλάρου, παντός χελιδόνος, του κορακίου (χαλκοκουρούνας), παντός είδους νυκτοβίων και της τρυγόνος της στρεπτοπηλίας δεκαοκτώ (δεκοχτούρας).

    Άρθρο 252

      1. Η θήρα ασκείται μόνον διά συνήθους κυνηγετικού επωμιζομένου πυροβόλου όπλου, ως και διά τόξου και κυνηγετικού μαχαιριού, μετά ή άνευ κυνός. Η διά πυροβόλου πολεμικού όπλου ή αεροβόλου ή άλλου είδους όπλου άσκησις της θήρας απαγορεύεται.

    2. ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ

    3.  Κατά  πάσαν  περίπτωσιν  μεταφοράς  κυνηγετικού  όπλου   δι`  οχημάτων  παντός  είδους, πλοίων κλπ. ή εντός κατοικημένων περιοχών, το  κυνηγετικόν όπλον  δέον  να  είναι  κενόν  φυσιγγίων  και  να  φέρεται  υποχρεωτικώς  εντός  θήκης, λελυμένον. Τα εντός των οικιών φυλαττόμενα  όπλα, δέον όπως τηρούνται κενά φυσιγγίων.

     4. Δύναται ο Υπουργός Γεωργίας, όταν  απαγορεύεται  η  θήρα,  να  επιβάλει  δι`  αποφάσεώς  του,  την σφράγισιν των κυνηγετικών όπλων. Εν  συνδρομή τεχνικών ή άλλων ειδικών λόγων,  ρητώς  εν  τη  αποφάσει  του  αναφερομένων,  δύναται  να εξαιρεί της υποχρεώσεως ταύτης ωρισμένας της  Επικρατείας περιοχάς.

    5. Απαγορεύεται η τοποθέτησις και η χρήσις παγίδων, δηλητηρίων, δικτύων, βρόχων, ιξού, ειδικών καθρεπτών, αγκίστρων και παντός είδους ελκυστικών φυτών ή οργάνων ή άλλων αναλόγων μέσων, σκοπόν εχόντων την θανάτωσιν, σύλληψιν ή νάρκωσιν, εν γένει αγρίων θηλαστικών και πτηνών, ως και η εμπορία, κατασκευή και η εκ του εξωτερικού εισαγωγή των οργάνων τούτων.

    6. Απαγορεύεται η προς θήραν χρησιμοποίησις ελαστικής σφενδόνης, κραχτών, ομοιωμάτων και μιμητικών φωνών των θηραμάτων.

    7. Χρήσις παγίδων πάσης φύσεως επιτρέπεται να γίνεται μετ` έγκρισιν του Υπουργού Γεωργίας μόνον δι` επιστημονικούς σκοπούς (δακτυλίωσις, μελέται, ταρίχευσις).

      Άρθρον 253

     Δι’  αποφάσεων  του  Υπουργού  Γεωργίας  δημοσιευομένων  διά  της  Εφημερίδος  της  Κυβερνήσεως, δύναται, διά την προστασίαν και διάσωσιν  του φυσικού περιβάλλοντος της χώρας εν γένει, καθώς  επίσης  και  προς  τον   σκοπόν   της  διατηρήσεως,  αναπτύξεως  και  εκμεταλλεύσεως  του  θηραματικού πλούτου και της αγρίας πανίδος εν γένει, να ιδρύονται α) Εκτροφεία Θηραμάτων, β) Καταφύγια Θηραμάτων και γ) Ελεγχόμεναι   Κυνηγετικαί  περιοχαί,  επί  ωρισμένων,  σαφώς  προσδιοριζομένων  διά  της   αποφάσεως   αυτού,   εδαφικών   εκτάσεων,  απαγορευομένης  απολύτως  της εντός αυτών θήρας ή επιτρεπομένης ταύτης  υπό  ορισμένας  προϋποθέσεις  κατά  τα  εν  άρθρω  254  του   παρόντος ειδικώτερον οριζόμενα.

      Άρθρον 254.

     1. Δι` αποφάσεως  του  Υπουργού  Γεωργίας  δύναται  να  ιδρύονται  μέχρις  εξήκοντα  (60) εκτροφεία θηραμάτων, επί σκοπώ αναπαραγωγής και  αυξήσεως των ενδημικών θηραμάτων ή εισαγωγής  ξενικών  τοιούτων,  προς  εμπλουτισμόν  άλλων  περιοχών  δι`  αυτών.   Διά  της  αυτής αποφάσεως  καθορίζονται αι εν εκάστω εκτελεστεαι διά την εκπλήρωσιν  του  ως  άνω  σκοπού  εργασίαι.   Διά  την συντήρησιν και λειτουργίαν των εκτροφείων  δύναται να προσλαμβάνωνται, δι` επιλογής, κατά τας κειμένας διατάξεις,  αναλόγως των αναγκών εις έως δύο φύλακες κατά εκτροφείον,  επί  σχέσει  εργασίας  ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αμειβόμενοι εις βάρος των  πιστώσεων του  Κεντρικού  Ταμείου  Γεωργίας,  Κτηνοτροφίας  και  Δασών  (Κεφάλαιον  Θήρας).   Οι  φύλακες  εκτροφείων  εξομοιούνται ως προς τα  προσόντα, αποδοχάς, δικαιώματα και καθήκοντα προς τους φύλακας θήρας.

    2 . Με όμοια απόφαση επιτρέπεται η ίδρυση από φυσικά ή νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, εκτροφείων θηραμάτων επί μη δημοσίων εκτάσεων, περιλαμβανομένων και των δασικού χαρακτήρα τοιούτων, καθώς και επί δημόσιων δασικών και εποικιστικών εκτάσεων, τις οποίες το Δημόσιο μπορεί να παραχωρεί ή να εκμισθώνει στους ενδιαφερομένους, έναντι τιμήματος ή μισθώματος που καθορίζεται από την επιτροπή της παραγράφου 3τουάρθρου 10του Ν. 998/1979, προς το σκοπό της αναπαραγωγής των θηραμάτων είτε προς εμπόριο (κρέατος, δέρματος, πτερών, κεράτων κλπ.) είτε προς εμπλουτισμό περιοχών δια θηρεύσιμων ειδών, τηρουμένων των περί δημοσίας υγείας διατάξεων.

    3. Διά κοινής αποφάσεως των  Υπουργών  Γεωργίας  και  Οικονομικών

     επιτρέπεται:

          α)  Η  αγορά  άνευ  δημοπρασίας υπό του Δημοσίου, εκτάσεων ως και ερημονήσων, ένθα διαβιούν  αίγαγροι  ή  έτερα  ευγενή  θηράματα,  προς  δημιουργίαν   εντός   τούτων   εκτροφείων   ή   προς  ίδρυσιν  σταθμών  παρακολουθήσεως και δακτυλιώσεως αποδημητικών πτηνών.

         β)  Η  αναγκαστική  απαλλοτρίωσις  κτημάτων  οιασδήποτε   φύσεως,  κειμένων  εντός  των εκτάσεων, περί ων το άρθρον 253, προς πραγμάτωσιν  του εν αυτώ σκοπού, του σκοπού τούτου καθοριζομένου διά του  παρόντος,  ως δημοσίας ωφελείας.

     4.   Απαγορεύεται  η,  επί  σκοπώ  θήρας,  παραβίασις  των  ορίων  εκτροφείων, ως και ο φόνος ή οιαδήποτε βλάβη εκτρεφομένων θηραμάτων.

    Οι παράγραφοι 5-8 έχουν καταργηθεί.

    9. Με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη  του  Τεχνικού  Συμβουλίου Δασών, μπορεί να χαρακτηρίζονται ως συνεχείς  ελεγχόμενες κυνηγετικές περιοχές εκτάσεις ανεξαρτήτως ιδιοκτησίας, όχι  μικρότερες των πέντε χιλιάδων (5.000) στρεμμάτων εντός του  χώρου  της  ηπειρωτικής  Ελλάδας  και πεντακοσίων (500) τουλάχιστον στρεμμάτων στη  νησιωτική Ελλάδα. Πριν από την έκδοση της απόφασης  αυτής  συντάσσεται  πλήρης  μελέτης  των  απαιτούμενων  τεχνικών  έργων  και βελτίωσης του  φυσικού περιβάλλοντος του βιότοπου.»

     10. Εντός των ελεγχομένων κυνηγετικών περιοχών επιτρέπεται η θήρα  κατά  παρέκκλισιν  των διατάξεων του παρόντος υπό όρους, προϋποθέσεις,  πρόσθετα  τέλη   και   διατυπώσεις,   καθοριζομένας   διά   Προεδρικού  Διατάγματος  εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Γεωργίας. Διά του αυτού  Προεδρικού Διατάγματος καθορίζεται ο τρόπος διοικήσεως,  διαχειρίσεως,  λειτουργίας,   οργανώσεως,   προστασίας,   φυλάξεως,  κυκλοφορίας,  οι  οικονομικοί πόροι  της  ελεγχομένης  κυνηγετικής  περιοχής,  ο  τρόπος  διαθέσεως των εσόδων αυτής, ο αριθμός του αναγκαιούντος προσωπικού, ως

     και πάσα εν γένει λεπτομέρεια αφορώσα την αρτίαν λειτουργίαν αυτής.

     11.  Τα  πάσης  φύσεως  έσοδα  τα  προερχόμενα εκ της θηραματικής  εκμεταλλεύσεως των ελεγχομένων κυνηγετικών περιοχών  περιέρχονται  εις  το  Κεντρικόν  Ταμείον  Γεωργίας,  Κτηνοτροφίας  και Δασών, (Κεφάλαιον  Θήρας).

     12. Οι ιδιοκτήται των εντός της ελεγχομένης κυνηγετικής  περιοχής  εκτάσεων  δικαιούνται  μερίσματος  εκ  των  καθαρών  εσόδων  ταύτης, ο  προσδιορισμός,  η  διαδικασία  και  ο  τρόπος  καταβολής  του   οποίου  καθορίζεται δι` αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας.

     13.   Δύναται ο Υπουργός Γεωργίας, δι` αποφάσεώς του, εκδιδομένης  μετά γνώμην του  Τεχνικού  Συμβουλίου  Δασών  να  χαρακτηρίζει  και  μη  δημοσίας  εκτάσεις,  ως  κυνηγετικάς  περιοχάς,  επί  τη  αιτήσει  των  ιδιοκτητών αυτών και υπό τας προϋποθέσεις  του  παρόντος  άρθρου.   Εν  αυταίς  παρέχεται  το  δικαίωμα  εκμεταλλεύσεως  της  θήρας  εις  τους  ιδιοκτήτας των, εφ` όσον  ούτοι  προβούν  εις  την  ίδρυσιν  ιδιωτικών  εκτροφείων εμπλουτισμού των εκτάσεων τούτων και συντάξουν, δι` ιδιωτών  δασολόγων,  δαπάναις  των,  ειδικάς μελέτας ή πίνακας διαχειρίσεως του  θηραματικού πλούτου, εγκρινομένας υπό  του  Υπουργείου  Γεωργίας.   Οι  ιδιοκτήται  των  εκτάσεων τούτων δικαιούνται εις είσπραξιν δικαιώματος  παρά των νομίμως εφωδιασμένων δι` αδείας θήρας κυνηγών.   Το  δικαίωμα  τούτο καθορίζεται διά της αυτής αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας.

    14.   Εις   τας,  εντός  των  ελεγχομένων  κυνηγετικών  περιοχών,  ιδιοκτήτους  εκτάσεις,  τη  συναινέσει  των  ιδιοκτητών,  δύνανται  να ενεργούνται  φυτεύσεις  και  έτεραι συναφείς εργασίαι αποβλέπουσαι εις  την βελτίωσιν του βιοτόπου και του περιβάλλοντος εν γένει δαπάναις της Ελεγχομένης Κυνηγετικής Περιοχής, εν γένει, δαπάναις  της  Ελεγχομένης  Κυνηγετικής Περιοχής, ρυθμιζόμεναι διά Προεδρικού Διατάγματος.

     15.  Το αναγκαίον διά την διοίκησιν, λειτουργίαν, διαχείρισιν και  φύλαξιν  της  Ελεγχομένης Κυνηγετικής Περιοχής, προσωπικόν, δύναται να τοποθετήται  εκ  του   μονίμου   υπηρετούντος   (δασολόγων,   δασικών,  διοικητικών)  υπό  του  Υπουργού Γεωργίας ή διά προσλήψεως μέχρι τριών  (3) δασολογικών, τασσάρων (4) δασοκόμων, πέντε (5) υπαλλήλων  λογιστών  και  διοικητικών  και  εντός  (1)  φύλακος  θήρας ανά 10.000 στρέμματα  κυνηγετικής περιοχής, επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού  δικαίου  αορίστου  χρόνου.  Αι  αποδοχαί  εν  γένει  του  εκτάκτου  προσωπικού  βαρύνουν  τας  πιστώσεις του προϋπολογισμού του Κ.Τ.Γ.Κ. και Δασών.

     16.   Απαγορεύεται   η   άσκησις   θήρας  εντός  των  ελεγχομένων  κυνηγετικών περιοχών, κατά παράβασιν των διατάξεων  του  παρόντος  και  των βάσει αυτού εκδοθησομένων Προεδρικών Διαταγμάτων.

    Άρθρο 255

    1 – 9 ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΑΝ

    10. Επιτρέπεται καθ` όλο το έτος η εκνύμναση κυνηγετικών σκύλων, που

    συνοδεύονται από κυνηγούς ή κυναγωγούς, χωρίς να φέρουν κυνηγετικό

    όπλο, σε περιορισμένες εκτάσεις, που καθορίζονται από την οικεία Δασική

    Αρχή.

      Επίσης επιτρέπεται η διεξαγωγή αγώνων κυνηγετικών ικανοτήτων σκύλων

    δεικτών με όρους και προϋποθέσεις που καθορίζονται με απόφαση του

    Υπουργού Γεωργίας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.»

    Αρθρον 256.

      1. Απαγορεύεται η θήρα των εντός πόλεων, κωμοπόλεων, χωρίων ή συνοικισμών εν γένει και εις ακτίνα 250 μέτρων από της παρυφής αυτών ή εις ακτίνα 100 μέτρων από μεμονωμένων οικιών. Κατά παρέκκλισιν δύναται ο Υπουργός Γεωργίας, μετά πρότασιν της δασικής αρχής και συμφώνου γνώμης της οικείας αστυνομικής αρχής, να επιτρέπη την θήραν των επιβλαβών θηραμάτων και εις τους ανωτέρω χώρους.

      2. Απαγορεύεται η θήρα άνευ της συγκαταθέσεως του ιδιοκτήτου, νομέως ή μισθωτού:

      α) Εντός των αμπελώνων από της ενάρξεως της περιόδου της θήρας έως λήξεως του τρυγητού.

      β) Εντός των αθερίστων λειμώνων.

     γ. Εντός καλλιεργουμένων εκτάσεων ή οπωρώνων από της ανθοφορίας μέχρι και της συγκομιδής των καρπών.

     δ. Εντός περιφραγμένων διά συνεχούς αδιαπεράστου και ανυπερβλήτου από άνθρωπον φράχτου παντός είδους, ύψους τουλάχιστον ενός και ημίσεος του μέτρου (1,50) ιδιοκτήτων εκτάσεων.

      ε) Κατηργήθη δια του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 177/1975, ΦΕΚ Α 205.

      3. Απαγορεύεται η θήρα εντός του πυρήνος εθνικών δρυμών.

      4. Απαγορεύεται η θήρα διά σκοπεύσεως επί πτηνών ισταμένων επί τηλεγραφικών στύλων, τηλεγραφικών καλωδίων του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος και λοιπών έργων, εφ` ων δύναται να προκληθή βλάβη εις τας εγκαταστάσεις.

      5. Απαγορεύεται η τοποθέτησις απαγορευτικών της θήρας πινακίδων,  άνευ προηγουμένης εγγράφου εγκρίσεως της οικείας Δασικής Αρχής.

        Αρθρον 257.

      1. Εις τα βασιλικά δασοκτήματα και πανεπιστημιακά δάση επιτρέπεται η άσκησις της θήρας κατά τας διατάξεις του παρόντος, κατόπιν ειδικής αδείας της διευθύνσεως των βασιλικών κτημάτων ή των πανεπιστημιακών αρχών.

      2. Εις περιοχάς περιλαμβανούσας λίμνας, βάλτους, ελώδεις εκτάσεις ή δέλτα ποταμών και ποταμοκόλπους, ως και παροχθίους γενικώς εκτάσεις, εις ας σταθμεύουν και διαβιούν τα υδρόβια πτερωτά θηράματα (ένυδρα και παρυδάτια), δύναται ο Υπουργός Γεωργίας δι` αποφάσεώς του να λάβη παν μέτρον πρόσφορον αποβλέπον εις την διατήρησιν, διαφύλαιν και αύξησιν του θηραματικού κεφαλαίου, σχετικόν προς την ενάσκησιν της θήρας.

      3. Απαγορεύεται πάσα μόλυνσις δι` οιουδήποτε τρόπου υδάτων, λιμνών, ποταμών, λιμνοθαλασσών, είτε διά δηλητηρίου, είτε εξ υπολειμμάτων διαφόρων εργοστασίων και βιομηχανιών. Οι ιδιοκτήται τούτων υποχρεούται  όπως, διά της ιδρυτικής των μελέτης ή διά συμπληρωματικής τοιαύτης διά τα ήδη υφιστάμενα, προβλέπουν την κατασκευήν των απαραιτήτων τεχνικών έργων προς ασφαλή και αζήμιον, διά τα ρέοντα ύδατα, την πανίδα και χλωρίδα, παροχέτευσιν των βιομηχανικών ακαθάρτων υδάτων.

      4. Επιτρέπεται δι` αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας, τη προτάσει της κυνηγετικής συνομοσπονδίας και συμφώνω γνώμη του δασάρχου, η ίδρυσις κυνηγετικών σκοπευτηρίων παρά των κυνηγετικών οργανώσεων σκοπόν εχόντων την εξάσκησιν των κυνηγών και την ενέργειαν αθλητικών σκοπευτικών αγώνων, ως και ο καθορισμός περιοχής εκγυμνάσεως κυνηγετικών κυνών. Η  θέσις και λειτουργία εν γένει τούτων καθορίζονται εν τη αποφάσει.

      5. Αι αμοιβαί διά την καταπολέμησιν επιβλαβών θηραμάτων, ο τρόπος παραδόσεως και παραλαβής των τεκμηρίων, η πληρωμή της αμοιβής αμέσως, επί τη παραδόσει του τεκμηρίου, καταβαλλομένης, ως και πάσα άλλη

    λεπτομέρεια ρυθμίζονται δι` αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας.

    Αρθρον 258.

      1. Απαγορεύεται:

      α) Η χρησιμοποίησιν προς άσκησιν θήρας μηχανοκινήτων πλωτών μέσων, διά την θήραν των υδρωβίων πτηνών εντός των λιμνών, ελωδών εκτάσεων, ποταμών και λιμνοθαλασσών.

      β) Η άσκησις της θήρας από μηχανοκινήτων μέσων και η μεταφορά διά τοιούτων κυνηγετικών όπλων, εάν ταύτα δεν είναι λελυμένα ή εντός θήκης, ως και διά πάσης φύσεως προβολέων και ελκυστικών φώτων.

      γ) Οι οδηγοί των μηχανοκινήτων μέσων, δι` ων τρίτοι ήσκησαν παράνομον θήραν, ευθύνονται ως συναυτουργοί, ως και οι παραχωρήσαντες την χρήσιν τούτου, εφ` όσον τελούν εν γνώσει. Οι παρά των ιδιοκτητών του τροχοφόρου άσκησις της θήρας, κατά τον διαληφθέντα τρόπον, θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωσις.

      δ) Η θήρα ελάφου, δορκάδος, αιγάγρου (αγριοκάτσικου), αγριόγιδου, τετράωνος (αγριοπετεινού), ως και φασιανού.

      Δι` αποφάσεων του Υπουργού Γεωργίας, μη δυναμένων εν πάση περιπτώσει να εκδοθούν από της 1ης Αυγούστου 1971, δύναται να εγκριθή η θήρα των ανωτέρω, εφ` όσον ο αριθμός τούτων αυξηθή, οπότε εν τη αποφάσει θα καθορίζεται ο τόπος, ο τρόπος και ο χρόνος της θήρας, το είδος και αριθμός των θηραμάτων και παρά του κυνηγού καταβολή προσθέτου τέλους αδείας.

      2.  Απαγορεύεται επίσης:

      α) Η θήρα ωφελίμων πτηνών και θηλαστικών, καθοριζομένων δι` αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας.

      β) Η αγοραπωλησία και η μεταφορά προς πώλησιν παντός είδους θηράματος κατά την διάρκειαν της απαγορεύσεως της θήρας.

      γ. Η αγοραπωλησία καθ` όλον το έτος του λαγωού και της πέρδικος,  πλην των, κατόπιν αδείας της Δασικής Αρχής  διατιθεμένων  πλεονασμάτων  των  εκτροφείων  ως  και  θηραμάτων  εκ  των  ελεγχομένων  κυνηγετικών  περιοχών.

      δ) Η αγοραπωλησία παντός θηράματος, εφ` όσον διαπιστωθή ότι η θανάτωσος τούτου ετελέσθη δι` απηγορευμένων μέσων.

      ε) Η μεταφορά, η έκθεσις εις κοινήν θέαν και καθ` οιονδήποτε τρόπον βασανισμός συλληφθέντων θηραμάτων.

      στ) Η θήρα παρά του κυνηγού πλέον του ενός λαγωού και τεσσάρων περδίκων, δι` εκάστην ημερησίαν έξοδον τούτου. Ο Υπουργός Γεωργίας δύναται δι` αποφάσεώς του να τροποποιήση τον αριθμόν τούτον καθ` άπασαν την Επικράτειαν ή κατά περιφερείας ταύτης, ως επίσης να περιορίζη τον αριθμόν προς θήραν και άλλων θηραμάτων.

      ζ) Η θήρα της άρκτου και του λυγκός (ρήσου) άνευ εγκρίσεως του Υπουργού Γεωργίας.

      3. Ωσαύτως απαγορεύεται:

      α) Η καταστροφή των φωλεών παντός πτηνού και η αφαίρεσις εξ αυτών των ωών και των νεοσσών και η αγοραπωλησία τούτων, πλην των κατά τας διατάξεις του άρθρου 257 χαρακτηριζομένων δι` αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας ως επιβλαβών.

      β.  Η  θήρα  δι`  ενέδρας  παρά  τας  πηγάς  (καρτέρι)   ή   διά   παρακολουθήσεως  των  ιχνών  επί  της  χιόνος, ως και η χρησιμοποίησις  βοηθού φέροντος όπλον, άνευ αδείας θήρας.

     γ) Η μεταφορά ζώντος θηράματος καθ` όλον το έτος και η διατήρησις εν αιχμαλωσία ωδικών πτηνών, ως και παντός θηράματος, πλην των εξωτικών (κολυμπρίων, καναρίων, ψιττακών), επιτρεπομένη μόνον δι` αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας εις δημοσίας, δημοτικάς ή κοινοτικάς αρχάς ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ως και κυνηγετικάς οργανώσεις προς εμπλουτισμόν ζωολογικών κήπων και πάρκων των πόλεων. Επιτρέπεται η κατόπιν ειδικής αδείας του Υπουργού Γεωργίας σύλληψις και μεταφορά θηράματος δι` επιστημονικούς λόγους.

      δ) Η άνευ αδείας της δασικής ή αστυνομικής αρχής μεταφορά κυνηγετικών όπλων εις υπαιθρίους τόπους κατά την περίοδον, καθ` ην απαγορεύεται η θήρα, κατά δε τον χρόνον της κυνηγετικής περιόδου άνευ αδείας θήρας.

     ε) Η μετά του κυνηγετικού όπλου διάβασις δι` απηγορευμένων εις την θήραν εκτάσεων, εκτός εάν το όπλον είναι λελυμένον.

    στ) Ο Υπουργός Γεωργίας δύναται ν` απαγορεύη την θήραν παντός θηράματος εν περιπτώσει χιονοπτώσεως μεγάλης διαρκείας και εντάσεως εις όλην την χώραν ή μεμονωμένας περιοχάς.

    ζ) Η θήρα καθ` ομάδας, περιλαμβανούσας πλειόνας των εξ κυνηγών, εκτός της ομαδικής θήρας υδροβίων πτηνών, αγριοχοίρων και επιβλαβών ζώων, ήτοι λύκου, αλώπεκος, θωός και κορακοειδών, ήτις δέον να διενεργήται κατόπιν αδείας του δασάρχου τη επιβλέψει δασικού οργάνου, ή του κυνηγετικού συλλόγου. Η δι` οιουδήποτε μεταφορικού μέσου μεταφορά μεγαλυτέρου αριθμού κυνηγών, εφ` όσον κατά την διάρκειαν ταύτης δεν ενεργήται θήρα, δεν θεωρείται ως παράβασις, ως επίσης και όταν πλείονες των εξ (6) κυνηγοί ευρίσκωνται εις τοιαύτην απόστασιν, ώστε να υφίσταται η απιτουμένη ζώνη ασφαλείας διά τα Θηράματα. Η ζώνη αύτη καθορίζεται δι` αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας.

      (η) Καταργήθηκε με την παρ.5 άρθρ.57 Ν.2637/1998 Α 200.

      4. Κατόπιν αδείας του Υπουργού Γεωργίας επιτρέπονται ο φόνος και η ταρίχευσις μη θηρευσίμων θηραμάτων, προς εμπλουτισμόν συλλογών μουσείων και των εργαστηρίων ζωολογίας των πανεπιστημίων, ως και διά διδακτικούς σκοπούς εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.

      5. Αι δασικαί αρχαί δύνανται να εκδίδουν απαγορευτικάς διατάξεις  θήρας, μόνον κατόπιν αποφάσεων του Υπουργού  Γεωργίας,  δημοσιευομένων  διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως προς ρύθμισιν θεμάτων αφορώντων την  προστασίαν,  διοίκησιν και διαχείρισιν του θηραματικού πλούτου και της  ασκήσεως της θήρας εν γένει.

     6. α. Απαγορεύεται χωρίς άδεια η εξαγωγή, εισαγωγή, επανεξαγωγή, επανεισαγωγή, διαμετακόμιση, πώληση, αγορά, διαφήμιση, μίσθωση, εμπορική εκμετάλλευση, ο αντιπραγματισμός και γενικά η κατοχή, διάθεση, φύλαξη, έκθεση, μεταφορά, αποστολή και διακίνηση :

      αα) των ειδών της αυτοφυούς χλωρίδας και άγριας πανίδας και των δειγμάτων αυτών ζώντων ή νεκρών επεξεργασμένων ή μη,

     ββ) των ειδών της αυτοφυούς χλωρίδας και άγριας πανίδας και των δειγμάτων αυτών που γεννήθηκαν και εκτράφηκαν /εκτρέφονται σε αιχμαλωσία ή έχουν παραχθεί τεχνητά, επεξεργασμένων ή μη, καθώς και των

    ειδών ή δειγμάτων που αποτελούν μέρος προσωπικών ή οικιακών αντικειμένων, και

      γγ) των ειδών της αυτοφυούς χλωρίδας κα άγριας πανίδας και των δειγμάτων αυτών επεξεργασμένων ή μη, που χρησιμοποιούνται για δάνεια ή ανταλλαγές για μη εμπορικούς σκοπούς μεταξύ αναγνωρισμένων επιστημόνων και επιστημονικών – ερευνητικών ιδρυμάτων.

      β. Με αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα είδη της αυτοφυούς χλωρίδας και άγριας πανίδας της προηγούμενης περίπτωσης, οι όροι και οι προϋποθέσεις χορήγησης της άδειας και ο τύπος αυτής, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων της περίπτωσης α`.

      γ. Για τη χορήγηση της άδειας της περίπτωσης α` απαιτείται η καταβολή τελών, τα οποία αποτελούν έσοδα του Κρατικού Προϋπολογισμού. Το χρηματικό ύψος των τελών αυτών καθορίζεται και αναπροσαρμόζεται κάθε φορά με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

      δ. Οι εισαγωγείς κα εξαγωγείς, ως και οι ενώσεις αυτών, καθώς και οι επιχειρήσεις διάθεσης στην αγορά και διακίνησης των ειδών της περίπτωσης β` εγγράφονται σε ειδικό μητρώο για τη χορήγηση της ανωτέρω άδειας. Με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι προϋποθέσεις εγγραφής στο εν λόγω μητρώο, καθώς και άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσης περίπτωσης.

    ε. Με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστάται στη Γενική Διεύθυνση Aνάπτυξης και Προστασίας Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος του γπουργείου Γεωργίας, Επιστημονική Επιτροπή Εμπορίας Ειδών Αυτοφυούς Χλωρίδας και Άγριας Πανίδας. Μέλη της Επιστημονικής Επιτροπής ορίζονται ειδικοί επιστήμονες, εξειδικευμένοι σε θέματα διαχείρισης και προστασίας ειδών της άγριας φύσης. Η Επιστημονική Επιτροπή γνωμοδοτεί για θέματα σχετικά με την προστασία και εμπορία των ειδών της αυτοφυούς χλωρίδας και άγριας πανίδας που προβλέπονται από τη Σύμβαση και τους σχετικούς με αυτή  Κανονισμούς της Ευρωπαίκής `Ενωσης. Η Επιστημονική Επιτροπή εκπροσωπεί τη Χώρα στις αντίστοιχες Επιτροπές ή Αρχές της Ευρωπαίκής `Ενωσης και της Γραμματείας της Διεθνούς Σύμβασης. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται η οργάνωση και η λειτουργία της Επιστημονικής Επιτροπής, η θητεία των μελών, η γραμματειακή εξυπηρέτηση και κάθε άλλο θέμα σχετικό με τη συγκρότηση και λειτουργία της.

     Οι λειτουργικές δαπάνες της Επιστημονικής Επιτροπής και οι αμοιβές των

    μελών της καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Γεωργίας και βαρύνουν πιστώσεις του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών.»

      στ) Με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα κριτήρια και η διαδικασία αναγνώρισης και εποπτείας των νομικών προσώπων που υποδέχονται, φυλάσσουν και περιθάλπουν είδη της άγριας πανίδας ως «κέντρα περίθαλψης ειδών της άγριας πανίδας», καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης.

      Τα ανωτέρω νομικά πρόσωπα αναγνωρίζονται ως «κέντρα περίθαλψης ειδών της άγριας πανίδας» εφόσον η λειτουργία τους δεν αντίκειται στις

    ισχύουσες περί δημόσιας υγείας διατάξεις.»

        Αρθρον 259.

      1. Ιδιοκτήται, νομείς ή μισθωταί οικιών, κήπων ή αγρών υποχρεούνται να καταστρέφουν τας υπό κορακοειδών (κάργια, καρακάξα κλπ.) κατασκευαζομένας φωλεάς εις τας οικίας ή παραρτήματα τούτων ή εις δένδρα ευρισκόμενα εντός των κήπων ή αγρών των.

      2. Ο Υπουργός Γεωργίας δύναται:

      α) Να διατάσση επ` αμοιβή ή μη την οιουδήποτε μέσου διώξιν ωρισμένων θηραμάτων και λοιπών ζώων και καταστροφήν των φωλεών τούτων, επιζημίων εις την γεωργικήν, κτηνοτροφικήν, δασικήν, αλιευτικήν και θηραματικήν οικονομίαν, ιδία δε εκ των πτηνών των απαριθμουμένων εις την συναφθείσαν την 18ην Οκτωβρίου 1950 εν Παρισίοις διεθνή σύμβασιν και υπογραφείσαν υπό της Ελλάδος την 18ην Νοεμβρίου 1953.

      β) Να απαγορεύη τον φόνον θηράματος, όταν απειλήται διά πλήρους

    αφανισμού.

      3. Ο Υπουργός Γεωργίας δύναται ν` απαγορεύη την εκχέρσωσιν εκτάσεων, ως και την υλοτομίαν ή αποκλάδωσιν μεμονωμένων δένδρων ή συστάδων ή δενδροστοιχιών, των οποίων η διατήρησις επιβάλλεται προς καταφυγήν, προστασίαν  και αναπαραγωγήν (κατασκευή φωλεών) ζώων και πτηνών, άτινα είναι σπάνια ή τείνουν να εξαφανισθούν, ως και την βοσκήν παντός ζώου εις πάρκα, εκτροφεία και εις νησίδας προς προστασίαν και μη εκφυλισμόν των εκεί διαβιούντων σπανίων θηραμάτων.

      4. Δι` αποφάσεως των Υπουργών Γεωργίας και Εμπορικής Ναυτιλίας, δύναται να λαμβάνωνται τα ενδεδειγμένα μέτρα προστασίας των αποδημητικών πτηνών, διά την μη πρόσκρουσίν των επί των φάρων.

      5. Η χρήσις γεωργικών φαρμάκων (εντομοκτόνων – ζιζανιοκτόνων) επί γεωργικών εκτάσεων επιτρέπεται τη καθοδηγήσει της διευθύνσεως γεωργίας και εις ποσότητα τοιαύτην, ώστε να αποβαίνη ακίνδυνος διά τα Θηράματα.

    Η χρήσις τούτων εντός των δασών ή δασικών εκτάσεων θα γίνεται κατόπιν συνεννοήσεως μετά της δασικής αρχής.

    Αρθρον 260.

      Η όλη Επικράτεια διαιρείται εις τας κάτωθι κυνηγετικάς περιφερείας:

      α) Της Κρήτης και Δωδεκανήσου μετά των νήσων αυτών με έδραν τα Χανιά.

      β) Των νήσων Αρχιπελάγους, με έδραν την Μυτιλήνην.

      γ) Της Πελοποννήσου μετά των νήσων Υδρας, Σπετσών, Ζακύνθου, Πόρου,

    Κυθήρων και Αντικυθήρων, Κεφαλληνίας, Ιθάκης και των λοιπών μικροτέρων

    της περιφερείας των, με έδραν τας Πάτρας

      δ) Της Στερεάς Ελλάδος μετά των νήσων Ευβοίας Λευκάδος,  Σκύρου,  Αιγίνης,  Κυκλάδων,  Σαλαμίνος, Κυθήρων, `Υδρας, Σπετσών και Πόρου, ως  και των μικροτέρων της περιφερείας των, με έδραν τας Αθήνας.

      ε) Της Ηπείρου μετά των νήσων Κερκύρας και Παξών, με έδραν τα Ιωάννινα.

      στ) Της Βορείου Ελλάδος (Μακεδονία – Θράκη) μετά των νήσων Θάσου και

    Σαμοθράκης, με έδραν την Θεσσαλονίκην.

       ζ). Της Θεσσαλίας μετά των νήσων Σποράδων με έδραν την Λάρισαν.

    Αρθρον 261.

      1. Το κυνηγετικόν έτος άρχεται από 1 Αυγούστου και λήγει 31 Ιουλίου του επομένου έτους.

      2.  Η  κυνηγετική  περίοδος,  καθ` ην γενικώς επιτρέπεται η θήρα  άρχεται:

          α)  Του  λαγωού,  από  15ης  Σεπτεμβρίου  και  λήγει   την   10ην  Ιανουαρίου.

          β)  Της ορεινής πέρδικος από 15ης Σεπτεμβρίου και λήγει την 30ήν   Νοεμβρίου.

          γ)  Της  πεδινής  πέρδικος  από  1ης Οκτωβρίου και λήγει την 30ήν  Νοεμβρίου.

          δ) Των λοιπών θηραμάτων, εξαιρέσει της περιπτώσεως της παραγράφου

     3 του παρόντος άρθρου από 15ης Σεπτεμβρίου και λήγει την 10ην Μαρτίου.

          3. Επιτρέπεται από 20ής Αυγούστου η  θήρα  τρυγόνων,  δενδροβίων  (αετομάχου  συκοφάγου)  και  λοιπών  περιστεροειδών,  των ορτύγων μετά  κυνός, ως και λοιπών επιβλαβών θηραμάτων, εις περιοχάς  όπου  υπάρχουν  περάσματα,   καθοριζόμενα  δι`  αποφάσεως  του  Υπουργού  Γεωργίας  τη  προτάσει των Δασικών Αρχών».

          4. Ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας, δύναται δι` αποφάσεως του,  τη  προτάσει  της  δασικής  αρχής  ή  της  κυνηγετικής  συνομοσπονδίας, να  περιορίζη την διάρκειαν της κυνηγετικής περιόδου  ή  τας  εντός  αυτής  ημέρας θήρας, καθ` όλην την επικράτειαν ή περιφερείας ταύτης.

           5. Επιτρέπεται η θήρα μόνον κατά την διάρκειαν της ημέρας, ήτοι ημίσειαν ώραν προ της ανατολής και μέχρις ημισείας ώρας μετά την δύσιν του ηλίου.

      6. Από 11ης Μαρτίου και μέχρις ενάρξεως της κυνηγετικής περιόδου επιτρέπεται η διά δηλητηρίου καταπολέμησις των επιβλαβών θηραμάτων, μερίμνη και ευθύνη των κυνηγετικών συλλόγων και άνευ χρήσεως κυνηγετικών όπλων, η σύλληψις εις τας φωλεάς των νεογνών και νεοσσών αυτών, ως και η καταστροφή των φωλεών των. Επίσης η συγκρότησις συνεργείων δι` έρευναν (παγάνα) ως και η δίωξις των κορακοειδών τη επιβλέψει δασικού οργάνου. Κατά την διάρκειαν της κυνηγετικής περιόδου η χρήσις παγίδων και δηλητητηρίων επιτρέπεται μόνον κατόπιν αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας.

      7. Ο Υπουργός Γεωργίας δύναται δι` αποφάσεώς του να παρατείνη την θήραν των αποδημητικών πτηνών καθ` άπασαν την Επικράτειαν ή περιφέρειαν ταύτης, επί προσθέτω καταβολή τέλους καθοριζομένου εν τη αποφάσει.

    Αρθρον 262.

      1. Η θήρα επιτρέπεται μόνον εις τον κάτοχον αδείας θήρας, εκδιδομένης εις τον τόπον της μονίμου κατοικίας του υπό της αρμοδίας δασικής αρχής.

      2. Ουδείς δύναται να λάβη άδειαν θήρας, εάν δεν είναι μέλος κυνηγετικού συλλόγου. Εξαιρούνται όσοι, εκ της υπηρεσίας των, δεν επιτρέπεται να  μετέχουν εις οργανώσεις, ως και οι αλλοδαποί.

      3. Η άδεια θήρας, ούσα προσωπική και αμεταβίβαστος, ισχύει δια την κυνηγετικήν περίοδον και περιφέρειαν, δι` ήν εξεδόθη, διακρίνεται  δε:

            α) Εις τοπικήν, ισχύουσαν δια την περιφερειαν του νομού,

            β)  εις  περιφερειακήν,  ισχύουσαν  δια  μίαν  των  κυνηγετικών   περιφερειών, περί ων το άρθρον 260 του Δασικού Κώδικος.

            γ) Εις γενικήν, ισχύουσαν δι` ολόκληρον την Επικράτειαν και

            δ)  Εις  γενικήν  τοιαύτην  υπηκόων  ξένων κρατών, ισχύουσαν δι`  ολόκληρον την Επικράτειαν.

            Η άδεια θήρας εκδίδεται επί τη υποβολή γραμματίου ή τριπλοτύπου  εισπράξεως  του  αρμοδίου δημοσίου ταμείου, υπέρ του κεντρικού Ταμείου  Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών (κεφ. θήρας), εκ

            αα) δραχμών εκατόν είκοσι πέντε (125), δια την τοπικήν άδειαν,

            ββ) τριακοσίων (300), δια την περιφερειακήν,

            γγ) εξακοσίων (600), δια την γενικήν,

            δδ) πεντακοσίων (500), δια την  γενικήν  άδειαν  υπηκόων  ξένων

     κρατών, δι` άσκησιν θηρας μέχρι δέκα πέντε ημερών,

            εε) χιλιών πεντακοσίων (1500), δια την  γενικήν  υπηκόων  ξένων

     κρατών, δι` άσκησιν θήρας μέχρι δύο μηνών και

          στστ)  τριών  χιλιάδων  (3000),  δια  την  γενικήν  υπηκόων ξένων  κρατών, δι` άσκησιν θήρας κατά την διάρκειαν ολοκλήρου της κυνηγετικής   περιόδου. Οι ομογενείς υπήκοοι ξένων κρατών ή οι διαμένοντες εν Ελλάδι  πέραν της δεκαπενταετίας, καταβάλλουν, δια την έκδοσιν αδείας,  τα  ως  άνω  δια  τους ημεδαπούς καθοριζόμενα ποσά.

    Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Γεωργίας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορούν να αυξομειώνονται τα ανωτέρω ποσά. Για τους κυνηγούς που αποκτούν την άδεια θήρας απευθείας από τις δασικές αρχές, τα ανωτέρω ποσά προσαυξάνονται κατά ποσοστό ενενήντα τοις εκατό (90%) επί του ποσού που καθορίζεται εκάστοτε από την υπουργική απόφαση, που εκδίδεται σύμφωνα με την παράγραφο 10 του άρθρου 266 του ν.δ. 86/1969 του Δασικού Κώδικα ως εισφορά υπέρ του Κ.Τ.Γ.Κ. και Δασών και διατίθενται για φιλοθηραματικούς σκοπούς.»

        Βλ. υπ`αριθμ. 58485/2426/1975 αποφ.Υπ.Γεωργίας για αύξηση των ανωτέρων τελών.

      4. Προς έκδοσιν της κατά τα ανωτέρω αδείας θήρας απαιτείται εισέτι και γραμμάτιον ή τριπλότυπον εισπράξεως του αρμοδίου ταμείου υπέρ του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας Κτηνοτροφίας και Δασών (Κεφάλαιον Θήρας) εκ δραχμών εξήκοντα (60) διά τοπικάς και περιφερειακάς αδείας και δραχμών εκατόν (100) διά γενικάς τοιαύτας, προς εξασφάλισιν λογαριασμού πληρωμής των εν άρθρω 267 φυλάκων θήρας. Η έκδοσις των αδειών θήρας άρχεται από 1 Αυγούστου εκάστου έτους.

      5. Τα εις τας παραγράφους 3 και 4 του παρόντος άρθρου αναφερόμενα ποσά δύναται να αυξάνωνται διά κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας.

      6. Δι` αποφάσεως του επί της Γεωργίας Υπουργού, δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται ο τύπος, η μορφή και τα στοιχεία, άτινα δέον να περιέχη η άδεια θήρας, η διαδικασία εκδόσεως ταύτης, τόσον διά τους Ελληνας πολίτας, όσον και διά υπηκόους ξένων κρατών, ως και τα απαιτούμενα προσόντα υγείας, κυνηγετικής ικανότητος και κυνηγετικών γνώσεων διά τους το πρώτον αιτούμενους έκδοσιν αδείας θήρας.

        [ Η Επιτροπή εξετάσεων υποψηφίων για την απόκτηση   άδειας κυνηγιού και οι σχετικές με αυτή διατάξεις καταργήθηκαν  από το άρθρο 6 παρ. 17 της 272961/26-26 Απρ. 1982  (ΦΕΚ Β` 215).]

      7. Προς έκδοσιν αδειών θήρας κατοίκων των απηγορευμένων ζωνών της παραμεθορίου περιοχής, απαιτείται ειδική έγκρισις της αρμοδίας στρατιωτικής αρχής, εφ` απλού χάρτου.

      8. Οι δημόσιοι πολιτικοί και στρατιωτικοί υπάλληλοι, κάτοχοι αδείας θήρας, μετατιθέμενοι, δύνανται να θηρεύουν εις την περιφέρειαν της θέσεως εις ην τοποθετούνται με την αυτήν άδειαν θεωρουμένην παρά της δασικής αρχής.

    Αρθρον 263.

      Οι μόνιμοι δημόσιοι δασικοί υπάλληλοι δύνανται να θηρεύουν, όπου και όταν επιτρέπεται η θήρα, επί τη βάσει ατελούς αδείας εκδιδομένης παρά της δασικής αρχής.

    Αρθρον 264.

     1. `Αδεια θήρας δεν χορηγείται εις τους καταδικασθέντας:

          α) Επί κακουργήματι εις οιανδήποτε ποινήν ή επί πλημμελήματι, δι`  ο επεβλήθη στέρησις των πολιτικών δικαιωμάτων.

          β) Επί ζωοκλοπή, ζωοκτονία, παρανόμω οπλοφορία,  παρανόμω  κατοχή

     όπλου και παραβάσει των διατάξεων περί θήρας.

          γ)  Επί  εμπρησμώ  ανθρωποκτονία  εξ  αμελείας  και  φθορά  ξένης  ιδιοκτησίας, εφ` όσον η τέλεσις των αδικημάτων τούτων  συνδέεται  προς  την άσκησιν της θήρας  και προς την προστασίαν των δασών.

          Προκειμένου  περί καταδικασθέντος μεν διά παράβασιν των διατάξεων  περί θήρας, δύναται να  εγκριθή  η  χορήγησις  αδείας  θήρας  υπό  του  Νομάρχου, μετά γνώμην της αρμοδίας Δασικής Αρχής, μετά πάροδον δύο (2)  ετών  από  της εκτίσεως της ποινής, περί καταδικασθέντος δε εις βαθμόν  πλημμελήματος επί παραβάσεων, περί ων αι παράγραφοι α, β,  και  γ  του  παρόντος, δύναται να εγκριθή η χορήγησις αδείας θήρας υπό του Νομάρχου  μετά γνώμην της αρμοδίας Δασικής Αρχής μετά πάροδον πέντε (5) ετών από  της εκτίσεως της ποινής.

     2. Η μετά την έναρξιν της κυνηγετικής περιόδου καταδίκη, διά παράβασιν των διατάξεων του παρόντος, συνεπάγεται την ακύρωσιν της αδείας θήρας, ήτις κατάσχεται υπό των αρμοδίων διά την τήρησιν των διατάξεων του παρόντος δημοσίων οργάνων, άνευ επιστροφής των καταβληθέντων διά την έκδοσιν χρηματικών ποσών.

      3. Δεν χορηγείται άδεια θήρας εις τους μη συμπληρώσαντας το 21ον έτος της ηλικίας των, δύναται όμως να χορηγηθή τοιαύτη εις τους συμπληρώσαντας το 18ον έτος, εφ` όσον προσκομισθή υπεύθυνος δήλωσις του έχοντος την επιμέλειαν του ανηλίκου, ότι συγκατατίθεται εις την έκδοσιν αδείας θήρας.

      4. Ο Υπουργός Γεωργίας, τη προτάσει του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης, δύναται ν` απαγορεύη την χορήγησιν αδείας θήρας εις ωρισμένας περιφερείας, εφ` όσον λόγοι ασφαλείας επιβάλλουν τούτο.

      5. Ο Υπουργός Γεωργίας, μετά πρότασιν του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως, δύναται ν` απαγορεύη την χορήγησιν αδείας θήρας εις άτομα χαρακτηριζόμενα ως επικίνδυνα εις την ασφάλειαν εν γένει ή ν` ανακαλή τυχόν χορηγηθείσας αδείας, άνευ επιστροφής των καταβληθέντων προς έκδοσιν αυτών χρηματικών ποσών.

      Αρθρον 266.

     

      1. Διά την σύστασιν κυνηγετικού συλλόγου απαιτείται η τήρησις των περί σωματείων κειμένων διατάξεων, η δε επωνυμία του δέον να είναι «Κυνηγετικός Σύλλογος» προστιθεμένης της ονομασίας της έδρας δασαρχείου

    ή νομαρχίας ή επαρχείου.

      2. Σκοπός τούτων είναι, αφ` ενός μεν η οργάνωσις των κυνηγών και η φίλαθλος κυνηγετική κατάρτισις και προαγωγή αυτών διά την αναγκαίαν πειθαρχίαν προς εφαρμογήν του παρόντος κώδικος, αφ` ετέρου δε η συμβολή

    τούτων εις την προσπάθειαν της Πολιτείας διά την διατήρησιν, ανάπτυξιν και προστασίαν του θηραματικού πλούτου της Χώρας. Αι κυνηγετικαί οργανώσεις οφείλουν να βοηθούν τας δασικάς αρχάς εις παν ζήτημα ενδιαφέρον την θήραν και το θήραμα και να παρέχουν εις αυτάς πάσαν αναγκαίαν πληροφορίαν και συνδρομήν.

      3. Αι κυνηγετικαί οργανώσεις υπάγονται εις το Υπουργείον Γεωργίας, το

    οποίον ορίζεται ως ανωτέρα εποπτική αρχή.

      4. Εις εκάστην περιφέρειαν Διευθύνσεως Δασών άνευ Δασαρχείων,  ή  Νομοδασαρχείου ή Δασαρχείου, δύναται να αναγνωρισθούν υπό του Υπουργού  Γεωργίας, ως συνεργαζόμενοι κυνηγετικοί σύλλογοι:

          α)  Μέχρι  δύο  (2)  Κυνηγετικοί  Σύλλογοι  επί συνολικού αριθμού

     κυνηγών μελών αυτών, από 500 έως 1000.

          β) Μέχρι τρείς (3) Κυνηγετικοί  Σύλλογοι  επί  συνολικού  αριθμού

     κυνηγών – μελών αυτών από 1001 έως 2000.

          γ)  Μέχρι τέσσαρες (4) Κυνηγετικοί Σύλλογοι επί συνολικού αριθμού

     κυνηγών μελών – αυτών από 2001 έως 3000.

          δ) Μέχρι πέντε (5) Κυνηγετικοί  Σύλλογοι  επί  συνολικού  αριθμού

     κυνηγών – μελών αυτών, από 3001 και άνω.

          ε)  Εις  την  περιφέρειαν  του  Νομού  Αττικής,  λόγω του μεγάλου  αριθμού των κυνηγών, δύναται να  αναγνωρισθούν  έως  δέκα  πέντε  (15)  Κυνηγετικοί Σύλλογοι. Αι έδραι και περιφέρειαι εκάστου των Κυνηγετικών  Συλλόγων  του  Νομού  Αττικής  ορίζονται  δι`  αποφάσεως  του Υπουργού  Γεωργίας.

          στ) Εις την έδραν εκάστης  επαρχίας  ανεξαρτήτως  αποστάσεως  και  αριθμού μελών κυνηγών.

          ζ) Εις την έδραν εκάστης των, ως ανωτέρω κατονομαζομένων  Δασικών  Αρχών,  πλην  του  Νομού Αττικής, δεν επιτρέπεται να αναγνωρισθούν, ως  συνεργαζόμενοι Κυνηγετικοί Σύλλογοι πλείονες του ενός, ανεξαρτήτως του  αριθμού κυνηγών.

          η)  Απαγορεύεται  η  αναγνώρισις εις την αυτήν πόλιν, κωμόπολιν ή  χωρίον πλειόνων του ενός Κυνηγετικών Συλλόγων. Ομοίως  απαγορεύεται  η  αναγνώρισις πλειόνων Κυνηγετικών Συλλόγων εις απόστασιν μικροτέραν των  είκοσι  πέντε (25) χιλιομέτρων εκ της έδρας του Δασαϊχείου, εκτός εάν,  εν τη τελευταία  περιπτώσει  ο  αριθμός  των  κυνηγών  υπερβαίνη  τους  τριακοσίους (300). Εξαιρούνται αι περιοχαί των νήσων της χώρας.

          θ) Η έδρα και η περιφέρεια εκάστου,  κατά  τα  ανωτέρω  αναγνωριζομένου  Κυνηγετικού  Συλλόγου, καθορίζεται δι` αποφάσεως του Υπουργού  Γεωργίας, βάσει του αριθμού των κυνηγών, της χιλιομετρικής  αποστάσεως  από  της  έδρας της Δασικής Αρχής, των συγκοινωνιακών συνθηκών, ως και  εις έδρας Δασονομείων ή Δασικών Τμημάτων.

          ι)  Έκαστος  κυνηγός  υποχρεούται  να είναι μέλος του Κυνηγετικού  Συλλόγου της περιφερείας της  μονίμου  κατοικίας  του.  Εν  περιπτώσει  μετοικήσεώς  του  επιτρέπεται  η  εις τον οικείον κυνηγετικόν σύλλογον  μεταγραφή αυτού».

          5. Εις εκάστην κυνηγετικήν περιφέρειαν ιδρύεται ανά μία κυνηγετική ομοσπονδία, εις ην υπάγονται υποχρεωτικώς άπαντες οι κυνηγετικοί σύλλογοι της περιφερείας με έδραν την της κυνηγετικής περιφερείας.

      6. Ιδρύεται με έδραν τας Αθήνας Κυνηγετική Συνομοσπονδία, εις ην  υποχρεωτικώς υπάγονται άπασαι αι Κυνηγετικαί Ομοσπονδίαι. Οι  Πρόεδροι  των   Ομοσπονδιών   αυτοδικαίως   μετέχουν  ως  μέλη  του  Διοικητικού  Συμβουλίου αυτής, το οποίον είναι δωδεκαμελές και συμπληρούται  δε  ως  προς τα λοιπά μέλη αυτού κατά τα εν τω καταστατικώ αυτής οριζόμενα».

      7. Δι` αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας, δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της λειτουργίας των κυνηγετικών συλλόγων, των ομοσπονδιών και συνομοσπονδίας, των διοικητικών συμβουλίων της συνθέσεως αυτών, των προσόντων και ιδιοτήτων των μελών αυτών, της θητείας τούτων, των καταστατικών των, της περιουσίας αυτών, της προσωρινής διοικήσεως αυτών και πάσης συναφούς λεπτομερείας, σκοπούσης εις την καλυτέραν εξυπηρέτησιν της θήρας.

    Ωσαύτως, διά της αυτής αποφάσεως ρυθμίζονται αι προϋποθέσεις και τα κριτήρια αναγνωρίσεως των κυνηγετικών συλλόγων ως και τα της συγχωνεύσεως αυτών.

      8. Κατά τα λοιπά ως προς τας κυνηγετικάς οργανώσεις, ισχύουν αι διατάξεις περί σωματείων του Αστικού Κώδικος, ως και αι διατηρηθείσαι, μετά την ισχύν του, διατάξεις του ν. 281 της 21/25.6.1914 (περί Σωματείων) δυνάμει του άρθρου 22 του εισαγωγικού α.ν. 2783 της 30/30.1.1941 (Εισαγωγικός Νόμος του Αστικού Κώδικος), εφ` όσον δεν αντίκεινται εις τας σχετικάς διατάξεις του

    παρόντος .

      9. Δεν επιτρέπεται να είναι μέλη διοικητικών συμβουλίων κυνηγετικών οργανώσεων οι μη κρινόμενοι ως νομιμόφρονες υπό της οικείας αστυνομικής αρχής, μέλη δε των κυνηγετικών συλλόγων:

      α) Οι στερούμενοι του δικαιώματος λήψεως αδείας θήρας κατά τας διατάξεις του παρόντος.

      β) Οι αλλοδαποί, εξαιρουμένων των ομογενών ξένης υπηκοότητος, των διαμενόντων μονίμως εν τη ημεδαπή.

    10. Με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα των δικαιωμάτων εγγραφής και των ετήσιων συνδρομών των Κυνηγετικών Συλλόγων. Από τα έσοδα αυτά ποσοστό που καθορίζεται με την ανωτέρω υπουργική απόφαση διατίθεται προς τις Κυνηγετικές Ομοσπονδίες στις οποίες ανήκει κάθε Κυνηγετικός Σύλλογος και ποσοστό τουλάχιστον πενήντα έξι τοις εκατό (56%) περιέρχεται στην Κυνηγετική Συνομοσπονδία Ελλάδος, από το οποίο ποσοστό τουλάχιστον ενενήντα πέντε τοις εκατό (95%) χρησιμοποιείται για τη με κάθε νόμιμο μέσο φύλαξη και προστασία του θηράματος, την ανάπτυξη και την αξιοποίησή του ανάλογα με τις εδαφικές και κλιματολογικές συνθήκες της χώρας, τον εμπλουτισμό της χώρας με θηράματα, καθώς και οτιδήποτε συνδράμει στην αναβάθμιση και προστασία του φυσικού περιβάλλοvrος και της άγριας πανίδας. Για τις λοιπές κυνηγετικές οργανώσεις (Κυνηγετικοί Σύλλογοι και Κυνηγετικές Ομοσπονδίες) τουλάχιστον το ήμισυ των εσόδων αυτών διατίθεται υποχρεωτικά για τους ανωτέρω σκοπούς και ειδικότερα όσον αφορά τους Κυνηγετικούς Συλλόγους, αφαιρουμένων των ποσών των εισφορών προς την Κυνηγετική Συνομοσπονδία Ελλάδος και προς τις Κυνηγετικές Ομοσπονδίες στις οποίες ανήκουν. Εν πάση περιπτώσει το ποσό της συνδρομής δεν μπορεί να ορισθεί μικρότερο των τριάντα τεσσάρων (34) ευρώ.

       Αρθρον 267.

     

     1. Η εφαρμογή και τήρησις των περί θήρας διατάξεων ανατίθεται εις την δασικήν υπηρεσίαν και ανήκει εις την αρμοδιότητα της διά το ν.δ. 4519 της 29/30.1.1966 (6) (περί διαρθρώσεως κατά βαθμούς των οργανικών θέσεων του Κτηνιατρικού Κλάδου του Υπουργείου Γεωργίας) και 818 της 3/15.10.1966 β.δ. (περί οργανώσεως της παρά τη Γενική Διευθύνσει Δασών του Υπουργείου Γεωργίας Ε` Διευθύνσεως Οικονομίας Δασικών Βοσκοτόπων και καθορισμού της αρμοδιότητος αυτής), συσταθείσης Εης Δ/σεως Δασών υπό τον τίτλον «Δ/νσις Οικονομίας Δασικών Βοσκοτόπων», ασκείται δε υπό των δασικών οργάνων και των διά του παρόντος προβλεπομένων φυλάκων θήρας, διατηρουμένων εν ισχύι των διατάξεων του παρόντος ως προς τα καθήκοντα των δασικών οργάνων διά την θηραφυλακήν. Οι φύλακες θήρας συγχρόνως υποχρεούνται κατά την ενάσκησιν των καθηκόντων τούτων, εντός των εκτάσεων, περί ων το άρθρον Ι, να καταγγέλλουν πάντα παραβάτην των περί των δασών διατάξεων εξομοιούμενοι ως προς την επιτέλεσιν των καθηκόντων των προς τους δασοφύλακας.

     2. Δι`αποφάσεως των Υπουργών Γεωργίας και Οικονομικών, δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, προσλαμβάνονται μέχρι τριακόσιοι (300) φύλακες θήρας επί μηνιαία αντιμισθία και επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αμειβόμενοι εις βάρος του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών (Κεφάλαιον Θήρας). Διά της αυτής ως άνω αποφάσεως καθορίζονται τα καθήκοντα και οι περιορισμοί, τα προσόντα, η πρόσθετος εκπαίδευσίς των, η ηλικία, η έδρα και κατανομή του ως άνω αριθμού ανά την Χώραν, μη ισχυουσών διά τους προσλαμβανομένους φύλακας θήρας των περί εντοπιότητος διατάξεων του υπαλληλικού κώδικος, ως επίσης ο τρόπος της προσλήψεως, το ύψος της αντιμισθίας, τα επιδόματα ευδοκίμου υπηρεσίας, τα οδοιπορικά αυτών έξοδα, η ανανέωσις της συμβάσεως και αναπροσαρμογή των αποδοχών των ως και η απόλυσις και ο πειθαρχικός έλεγχος αυτών,η στολή, η υπόδησις, ο οπλισμός και πάσα συναφής λεπτομέρεια διά την εκτέλεσιν της υπηρεσίας των.

     3. Κυνηγετικαί οργανώσεις ή ιδιοκτήται μη δημοσίων εκτάσεων, δύνανται δαπάναις των να προσλαμβάνουν ιδιωτικούς φύλακας θήρας. Ούτοι αναγνωρίζονται, μετά πρότασιν της αρμοδίας δασικής αρχής, υπό του Υπουργού Γεωργίας, ως φύλακες θήρας, εξομοιούμενοι εις ότι αφορά εις τα καθήκοντα και δικαιώματα με τους εν τη παραγρ. 1 του παρόντος άρθρου τοιούτους, πλην της αντιμισθίας. Η έδρα και η περιφέρεια φυλάξεως ορίζεται εν τη αποφάσει αναγνωρίσεως, μετά προηγουμένην σύμφωνον πρότασιν της κυνηγετικής οργανώσεως ή του ιδιοκτήτου.

     Οι αναγνωριζόμενοι ως ιδιωτικοί φύλακες θήρας, θεωρούνται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, υπάλληλοι, κατά την έννοια του άρθρου 13 περίπτωση α`του Ποινικού Κώδικα, δυνάμενοι να προβαίνουν σε όλες τις προανακριτικές πράξεις για τις παραβάσεις των περί θήρας διατάξεων) όπως το άρθρο 289 του Δασικού Κώδικα ορίζει. Στις σχετικές δίκες μπορούν να παρίστανται, χωρίς προδικασία και ανεξαρτήτως περιουσιακής ζημίας ως πολιτικώς ενάγουσες και οι Κυνηγετικές Οργανώσεις. Οι Κυνηγετικές Ομοσπονδίες καταρτίζουν προγράμματα κίνησης των θηροφυλάκων, τα οποία κοινοποιούν στις οικείες δασικές αρχές, υποχρεούνται δε να παρακολουθούν την υλοποίησή τους παρέχοντας κάθε αιτούμενη πληροφορία και αρωγή προς τις ανωτέρω δασικές αρχές.

     «Οι προσλαμβανόμενοι από τις κυνηγετικές οργανώσεις φύλακες θήρας πρέπει να είναι κατ` ελάχιστον κατηγορίας ΔΕ και ηλικίας μέχρι και 35 ετών. Όσοι υπηρετούν κατά τη δημοσίευση του παρόντος, συνεχίζουν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, ανεξαρτήτως τίτλου σπουδών και οι προανακριτικές πράξεις που τελέστηκαν μέχρις ενάρξεως ισχύος του παρόντος, αναγνωρίζονται ως νομίμως τελεσθείσες.»

     4. Οι κυνηγετικοί σύλλογοι δύνανται δι` ειδικής εισφοράς των μελών των,κατόπιν εγκρίσεως του Υπουργού Γεωργίας, να προμηθεύωνται μεταφορικά μέσα, διά την αποτελεσματικήν δίωξιν της λαθροθηρίας, άτινα διατίθενται εις τους φύλακας θήρας της περιφερείας των. Αι δαπάναι κινήσεως και συντηρήσεως τούτων βαρύνουν τους οικείους κυνηγετικούς συλλόγους.

    Αρθρον 287.

      1.  Οι παραβαίνοντες τας διατάξεις των παραγράφων 3  και  4  του  άρθρου  252,  τιμωρούνται  διά  κρατήσεως και διά στερήσεως της αδείας  θήρας επί εν έτος.

      2. Ο παρά την διάταξιν της παρ. 6 του άρθρου 252 χρησιμοποιών προς θήραν ελαστικήν σφενδόνην, κράχτας, ομοιώματα και μιμητικάς φωνάς των θηραμάτων, τιμωρείαται διά κρατήσεως ή προστίμου.

      3. Διά κρατήσεως ή προστίμου ή δι` αμφοτέρων των ποινών τούτων τιμωρούνται:

      α) Καταργήθηκε

    .

      β) Καταργήθηκε

       γ) Οι παραβαίνοντες τας διατάξεις των παρ. 3 και 4 του άρθρου 258.

      δ) Οι παραβαίνοντες τας διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 259.

      ε. Οι παραβαίνοντες τας διατάξεις της παραγράφου  2  του  άρθρου

     252.

      4. Οι παραβαίνοντες τας διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 259 τιμωρούνται κατά τας διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 268.

      5. Οι παραβαίνοντες τας διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 258 τιμωρούνται διά φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών. Η επιβαλλομένη ποινή φυλακίσεως, λόγω παρανόμου θήρας διά μηχανοκινήτων μέσων ή ασκήσεως ταύτης διά προβολέων ως και η τοιαύτη λόγω της θήρας ελάφου, δορκάδος, αιγάγρου,φασιανού, τετράωνος (αγριοπετεινού), δεν μετατρέπεται εις χρηματικήν.

      6. Καταργήθηκε

      7. Οι εκ προθέσεως ή αμελείας παραβαίνοντες τας διατάξεις του άρθρου 256 τιμωρούνται διά φυλακίσεως μέχρις ενός έτους ή διά χρηματικής ποινής.

      8. Καταργήθηκε

      9. Οι παραβαίνοντες τας διατάξεις των παραγράφων 2 και 8 του άρθρου 254 τιμωρούνται διά φυλακίσεως μέχρι δύο ετών.

      10. Διά φυλακίσεως μέχρι δύο ετών ή διά χρηματικής ποινής ή δι` αμφοτέρων τιμωρούνται:

    [α) Καταργήθηκε

      β) Ο θηρεύων κατά χρόνον μη εμπίπτοντα εντός της κυνηγετικής περιόδου.

      γ) Ο άνευ αδείας θήρας φονεύων ενδημικόν θήραμα.

      11. Διά φυλακίσεως μέχρις ενός έτους ή διά χρηματικής ποινής ή δι` αμφοτέρων τιμωρούνται:

      α) Οι εκ προθέσεως ή εξ αμελείας παραβαίνοντες τας διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 257.

      β) Οι εκ προθέσεως ή εξ αμελείας παραβαίνοντες τας διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 258.

      γ) Οι παραβαίνοντες την διάταξιν της παραγράφου 5 του άρθρου 261.

      δ) Οι θηρεύοντες άνευ αδείας θήρας.

      ε) Οι αρνούμενοι να υποστούν την κατά την παράγραφον 2 του άρθρου 289 έρευναν.

     12. Καταργήθηκε

     13. Ο κατά παράβασιν των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 252 θηρεύων διά πυροβόλου πολεμικού όπλου ή αεροβόλου ή άλλου είδους όπλου, μη συνήθους κυνηγετικού, τιμωρείται διά φυλακίσεως τουλάχιστον δύο

    μηνών και μέχρι δύο ετών, ως και διά χρηματικής ποινής.

      14. Εις τον καταδικαζόμενον διά την θανάτωσιν ή σύλληψιν ελάφου, δορκάδος, αγριόγιδου, παντός είδους αιγάγρου (αγριοκάτσικου), τετράωνος (αγριοπετεινού) και φασιανού, επιβάλλεται διά της καταδικαστικής αποφάσεως και χρηματική αποζήμιωσις υπέρ του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας Κτηνοτροφίας και Δασών (Κεφάλαιον Θήρας), καθοριζομένη ως εξής:

      Δι` εκάστην έλαφον, ποσόν δραχμών δέκα χιλιάδων (10.000), δι` εκάστην δορκάδα, αγριόγιδον και αίγαγρον Κρήτης, ποσόν πέντε χιλιάδων (5.000) δραχμών. Διά δε τα λοιπά είδη αιγάγρων ποσόν τεσσάρων χιλιάδων (4.000) δραχμών και δι` έκαστον τετράωνον (αγριοπετεινόν), φασιανόν ή αφαίρεσιν των ωών των ποσόν πεντακοσίων (500) δραχμών. Τα, ως άνω, ποσά δύνανται να αυξάνωνται δι` αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας.

      15. Η ιδιότης του καταδικαζομένου ως δημοσίου, δημοτικού ή κοινοτικού υπαλλήλου ή ως ανήκοντος εις τας ενόπλους δυνάμεις ή τα σώματα ασφαλείας ή ως μέλους διοικητικού συμβουλίου κυνηγετικής οργανώσεως, αποτελεί ιδιαιτέραν επιβαρυντικήν περίπτωσιν.

     16.  Η  καταδικαστική  απόφασις  εις  πταισματικάς  ποινάς είναι  εκκλητή. Η ποινή της κρατήσεως δεν δύναται να είναι ελάσσων  των  δέκα  ημερών.  Κατά  τα λοιπά, ισχύουν αι διατάξεις των άρθρων 55 και 57 του  Ποινικού Κώδικος.

     17. Οι παραβάται των διατάξεων της παραγράφου 5 του  άρθρου  252  τιμωρούνται  δια φυλακίσεως μέχρι δυο ετών και διά χρηματικής ποινής ή  και δια μιας των ποινών τούτων, εις περίπτωσιν αμελείας».

     18.  Οι  παραβάται  των   περί   θήρας   αστυνομικών   διατάξεων  τιμωρούνται  δια  κρατήσεως  μέχρις  εξ  (6)  μηνών  και δια προστίμου  τουλάχιστον χιλίων (1000) δραχμών, τα δε μέσα,  δι`  ων  ενεργείται  η  παράβασις,  κατάσχονται  και  δημεύονται κατά τας διατάξεις του άρθρου  288″.

     19. `Οσοι δεν σφραγίζουν τα κυνηγετικά των  όπλα  συμφώνως  προς  την  εν παραγράφω 4 του άρθρου 252 απόφασιν του Υπουργού Γεωργίας αλλά  εμπροθέσμως και εντός 15 ημερών από της  λήξεως  της  αναφερομένης  εν  αυτή  προθεσμίας,  τιμωρούνται  διοικητικώς  διά  ποινής του προστίμου  καθοριζομένης διά της αυτής αποφάσεως, από δραχμών 1000 κατ` ελάχιστον  μέχρι δραχμών 10.000 κατ` ανώτατον όριον υπέρ  του  Κεντρικού  Ταμείου  Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών (Κεφάλαιον Θήρας). Το πρόστιμον τούτο  καταβάλλεται  κατά την έκδοσιν της αδείας. Μετά την πάροδον των ως άνω  15 ημερών οι παραλείψαντες την σφράγισιν ως και οι αποσφραγίζοντες  τα  κυνηγετικά  των  όπλα τιμωρούνται διά του ως άνω προστίμου και προσέτι  και ποινικώς, στερούνται δε αδείας  θήρας  δι`  εν  κυνηγετικόν  έτος,  ανεξαρτήτως του αποτελέσματος της δίκης».

         20.  Οι  παραβαίνοντες τας διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου  80 του Ν.Δ. 86/1969 τιμωρούνται διά φυλακίσεως μέχρι δύο ετών και  διά  χρηματικής ποινής ουχί κατωτέρας των δέκα χιλιάδων δραχμών».

          21. Διά παραβάσεις αίτινες λαμβάνουν χώραν εντός των ελεγχομένων  κυνηγετικών περιοχών ισχύουν τα κάτωθι:

          α)  Διά  κρατήσεως  ή προστίμου ή δι` αμφοτέρων των ποινών τούτων

     τιμωρούνται:

          αα)  Η  διάβασις  παντός,  κυνηγού ή μη, δι` όπλου, διά μέσου των  κυνηγετικών περιοχών  άνευ  αδείας  της  Δασικής  Αρχής.   Η  διάβασις  επιτρέπεται μόνον εφ` όσον τα όπλα είναι λελυμένα και εντός θήκης.

          ββ)  Η  κυκλοφορία  των  οχημάτων,  διά ταχύτητος μεγαλυτέρας των  ενδείξεων των ειδικών πινακίδων, η χρήσις παρά τούτων ηχητικών οργάνων  και συσκευών, εκτυφλωτικών φώτων και προβολέων.

          γγ) Η κατασκήνωσις παντός ατόμου άνευ αδείας της αρμοδίας Δασικής  Αρχής.

          δδ) Η εισαγωγή ή  διέλευσις  ποιμνίων  ή  ζώων  άνευ  αδείας  των  Κτηνιατρικών  Αρχών  ως και αι πτηνοτροφικαί εγκαταστάσεις άνευ αδείας  των Δασικών Αρχών και άνευ υγειονομικού ελέγχου.

          εε) Η ολοκληρωτική  δέσμευσις  της  ροής  των  υδάτων,  κατά  την  κατασκευήν αρδευτικού δικτύου ή διευθέτησιν χειμάρρων ή ετέρων έργων.

          β)  Διά  φυλακίσεως  μέχρι δύο (2) ετών ή διά χρηματικής ποινής ή  δι` αμφοτέρων των ποινών τούτων τιμωρούνται:

          αα)  Διά θήρευσιν εξ αποστάσεως μεγαλυτέρας των τεσσαράκοντα (40)

     μέτρων, πλην των ευγενών θηραμάτων.

          ββ) Διά θήραν μη  ανεπτυγμένων  θηραμάτων,  διά  σύλληψιν  παντός  είδους  θηράματος,  καταστροφήν  ή  διατάραξιν  φωλεών,  συλλογήν ωών,  μόλυνσιν ποτιστρών και διατάραξιν της πανίδος εν γένει.

          γγ) Διά παράβασις της παραγράφου 16 του άρθρου 254.

          γ) Τυχόν έτεραι  παραβάσεις  εντός  των  ελεγχομένων  κυνηγετικών  περιοχών τιμωρούνται κατά τας γενικά διατάξεις του παρόντος».

    22. Οποιος κατέχει, εισάγει, διακινεί, διαθέτει καθ` οιονδήποτε τρόπο είδη του άρθρου 258 παρ. 6 περ. β` χωρίς άδεια ή με άδεια πλαστή ή που φέρει αλλοιώσεις τιμωρείται με φυλάκιση από δύο (2) μήνες έως ένα (1) έτος και σε περίπτωση υποτροπής με φυλάκιση δύο (2) ετών.

      23. Όποιος αρνείται η παρακωλύει ή κωλυσιεργεί τη διενέργεια των ελέγχων από τα ελεγκτικά όργανα στα είδη του άρθρου 258 παρ. 6 περ. β` ή αρνείται την παροχή πληροφοριών ή παρέχει ψευδείς πληροφορίες τιμωρείται με φυλάκιση από έναν (1) έως έξι (6) μήνες.

      24. Υπεύθυνοι κατά των οποίων ασκείται ποινική δίωξη και επιβάλλονται οι ποινές των παραγράφων 22 και 23 είναι στις προσωπικές επιχειρήσεις οι επιχειρηματίες, στις ομόρρυθμες εταιρείες οι ομόρρυθμοι εταίροι, στις εταιρείες περιορισμένης ευθύνης οι διαχειριστές κα στους συνεταιρισμούς και τις ανώνυμες εταιρίες ο ορισθείς υπεύθυνος ή, σε περίπτωση που δεν έχει ορισθεί υπεύθυνος, τα μέλη του οργάνου διοίκησης.»

      Αρθρον 288.

      1. Τα κατά παράβασιν των διατάξεων του παρόντος κώδικος κατεχόμενα, κατασκευαζόμενα, πωλούμενα ή χρησιμοποιούμενα παντός είδους όργανα κλπ. μέσα, σκοπόν έχοντα την θήραν σύλληψιν ή θανάτωσιν εν γένει αγρίων ζώων, (θηλαστικών και πτερωτών), ασχέτως εποχής, κατάσχονται. Το αρμόδιον ποινικόν δικαστήριον διατάσσει την δήμευσιν των κατασχεθέντων και τα μεν απηγορευμένα μέσα καταστρέφονται, τα δε άλλα εκποιούνται παρ` επιτροπής, οριζομένης παρά του εισαγγελέως και αποτελουμένης εκ του προϊσταμένου της δασικής αρχής, ενός δημοσίου υπαλλήλου και ενός αντιπροσώπου του κυνηγετικού συλλόγου, διά δημοπρασίας, του εκπλειστηριάσματος κατατιθεμένου υπέρ του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών (Κεφάλαιον Θήρας). Αι ανωτέρω διατάξεις της παρούσης παραγράφου έχουν εφαρμογήν και επί καταδίκης διά παράβασιν της διατάξεως της παραγράφου 2 του άρθρου 252.

      2. Τα εκ παρανόμου θήρας προερχόμενα θηράματα κατάσχονται και εκποιούνται αμέσως υπό του κατάσχοντος ταύτα υπαλλήλου επί παρουσία ετέρου δημοσίου, δημοτικού ή κοινοτικού υπαλλήλου και εν απουσία τούτων επί παρουσία δύο μαρτύρων, του πρακτικού εκποιήσεως μη υποκειμένου εις έγκρισιν ετέρας ανωτέρας αρχής. Το εκπλειστηρίασμα, εάν η απόφασις του δικαστηρίου είναι αθωωτική, αποδίδεται εις τον αθωωθέντα, άλλως κατατίθεται υπέρ του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας Κτηνοτροφίας και Δασών (Κεφάλαιον Θήρας).

      3. Εάν δι` οιονδήποτε λόγον τα όπλα, δίκτυα, παγίδες και λοιπά μέσα παρανόμου θήρας δεν έχουν κατασχεθή και ο κάτοχος τούτων καταδικάζεται, διατάσσεται υποχρεωτικώς διά της καταδικαστικής αποφάσεως και η δήμευσις τούτων, η περαιτέρω δε τύχη των διέπεται κατά τα εν τη παραγράφω 2 οριζόμενα. Εις περίπτωσιν μη παραδόσεως των πειστηρίων αδικαιολογήτως, ο καταδικασθείς υποχρεούται διά της καταδικαστικής αποφάσεως εις την πληρωμήν της αξίας τούτων, καθοριζομένης υπό του δικαστηρίου υπέρ του Κεντρικού Ταμείου  Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών (Κεφάλαιον Θήρας), η οποία όμως δεν πρέπει να είναι κατωτέρα των διακοσίων (200) δραχμών, προκειμένου δε περί όπλων  κατωτέρα των δύο χιλιάδων (2.000) δραχμών και προκειμένου περί μέσων μεταφοράς κατωτέρα των δύο χιλιάδων (2.000) δραχμών διά τα δίκυκλα και τρίκυκλα και των είκοσι χιλιάδων (20.000) δραχμών διά τα λοιπά μηχανοκίνητα μέσα.

      4. Εάν ο ένοχος της παρανόμου θήρας έλαβεν εις την κατοχήν του τα εις δήμευσιν κατά το παρόν άρθρον υποκείμενα δι` αδικήματος, τότε αποδίδονται

    μεν ταύτα τω δικαιούχω, αντί δε της δημεύσεως επιβάλλεται τω ενόχω χρηματική ποινή ίση προς την αξίαν των αποδιδομένων τω δικαιούχω πλέον πάσης άλλης επιβαλλομένης κατά τον παρόντα.

    Αρθρον 289.

    1. Οι δασικοί, δημοτικοί και κοινοτικοί υπάλληλοι ως και τα όργανα της Αστυνομίας Πόλεων, Χωροφυλακής και Αγροφυλακής υποχρεούνται να καταγγέλουν πάντα παραβάτην των περί θήρας διατάξεων.

    2. Οι υπάλληλοι και τα όργανα της παραγράφου 1 ως και οι φύλακες θήρας, δικαιούνται να ερευνούν πάντα κυνηγετικόν σάκκον ως και τα μηχανοκίνητα μέσα, έχοντες δικαιώματα και καθήκοντα ανακριτικών υπαλλήλων, έτι δε και να προβαίνουν εις σωματικήν έρευναν κατά τα εν άρθροις 257 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας οριζόμενα. Οι ανωτέρω υποχρεούνται όπως, επί πάσης παραβάσεως των διατάξεων του παρόντος καθ`οιανδήποτε περίοδον, κατάσχουν την άδειαν θήρας, τα όπλα ως και πάντα τα χρησιμοποιηθέντα μέσα διά την ενέργειαν παρανόμου θήρας, έτι δε και τα θηράματα εις οιανδήποτε κατάστασιν και αν ευρίσκωνται  ταύτα, εφαρμοζομένων περαιτέρω των διατάξεων του άρθρου 288.

  • Προσφυγή Αγγελέτου

    Mε μεγάλη μας χαρά μπορούμε να γνωστοποιήσουμε  σε όλους τους φίλους κυνηγούς ότι αποσύρθηκε η δεύτερη προσφυγή της Ζωοφιλικής Οργάνωσης του Α. Αγγελέτου εναντίον της Ρυθμιστικής Απόφασης , την παραμονή της εκδίκασής της στο ΣτΕ, όπως είχε παραιτηθεί πριν από ένα μήνα και της πρώτης προσφυγής.

    Ο Αγγελέτος ζητούσε την κατάργηση του κυνηγιού σε όλη την Ελλάδα, επικαλούμενος πληθώρα επιχειρημάτων , οι οποίοι ήταν παντελώς αστήρικτοι.

    Έναντι αυτών των αστήρικτων ισχυρισμών η ΚΣΕ, με την παρέμβασή της , προσκόμισε πλήθος εγγράφων, Υπουργικών Αποφάσεων , Αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου , Οδηγιών και θέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εξειδικευμένες επίκαιρες επιστημονικές μελέτες Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων, επιστημονικές διεθνώς αναγνωρισμένες, μετρήσεις πληθησμών, επίσημα στοιχεία του έργου της θηροφυλακής, Διενθείς σχετικές Συμβάσεις, επίσημους πίνακες επιτρεπόμενων ειδών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ.α.

    Μήπως όλα τα παραπάνω που προσκόμισε στο ΣτΕ και εκείνα που απέστειλε η αρμόδια Δασική Υπηρεσία , κατατρόπωναν τους αστήρικτους ισχυρισμούς του  και γι αυτό φοβήθηκε μια θετική απόφαση για εμάς από το Στε και παραιτήθηκε?

    Άλλη λογική εξήγηση αυτής της παραίτησης δεν υπάρχει, εκτός εάν ξαφνικά ο Αγγελέτος έγινε  φιλοκυνηγός.

  • Απολογισμό του έργου

    Απολογισμό του έργου της Ομοσπονδιακής Θηροφυλακής Ζ΄Κ.Ο.Θ. πραγματοποιήθηκε στα γραφεία της Ομοσπονδίας στις 19-3-2014 παρουσία του Διοικητικού Συμβουλίου και των Ομοσπονδιακών Θηροφυλάκων.

    Ο πρόεδρος κ. Μπαλατσός Ευάγγελος και το Δ.Σ. της Ζ΄Κ.Ο.Θ. εμφανίστηκαν ιδιαίτερα ικανοποιημένοι από τον αριθμό των ελέγχων και των μηνύσεων που διενεργήθηκαν , καθώς διενεργήθηκαν 15.000 έλεγχοι( ),κατατέθηκαν 28 μηνύσεις και σημειώθηκαν 77 παραβάσεις  από τους  Ομοσπονδιακούς Θηροφύλακες της Ζ΄Κ.Ο.Θ.

    Στόχος μας ,όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο πρόεδρος της Ζ΄Κ.Ο.Θ. είναι ο παραδειγματισμός και η πρόληψη των κυνηγών αλλά και όλων των πολιτών, η οποία επιτυγχάνεται με τις συνεχείς περιπολίες και την παρουσία του σώματος της Ομοσπονδιακής Θηροφυλακής όχι μόνο στους κυνηγοτόπους και στα καταφύγια άγριας ζωής αλλά σε ολόκληρη την ύπαιθρο.

    Επίσης έγινε ο προγραμματισμός και τέθηκαν οι στόχοι για τη νέα κυνηγετική περίοδο.

    Σε αυτό το σημείο ο πρόεδρος ζητά  από όλους τους κυνηγών να σταθούν δίπλα στην Ομοσπονδία και στους Κυνηγετικούς Συλλόγους γιατί μόνο έτσι θα μπορέσουμε θα πετύχουμε στο μέγιστο τους κοινούς μας στόχους.

    Παρόντες ήταν  ο πρόεδρος και ο γενικός  γραμματέας μελισσοκόμων Θεσσαλίας, οι οποίοι ζήτησαν βοήθεια και συνεργασία με τους Ομοσπονδιακούς Θηροφύλακες, καθώς είναι το μοναδικό σώμα λόγω της συνεχής παρουσίας τους στην ύπαιθρο, που μπορεί να προστατεύσει την περιουσία τους από τους επιτήδειους.

    Ο πρόεδρος και το Δ.Σ. χωρίς δεύτερη σκέψη δεσμεύτηκαν ότι θα βρίσκονται στο πλευρό τους με όποιο μέσο τους επιτρέπεται.

  • Έλεγχοι και μηνύσεις

    Το Διοικητικό Συμβούλιο της Κυνηγετικής Ομοσπονδίας Θεσσαλίας με αφορμή την έντονη δράση και τις μεγάλες επιτυχίες κατά της λαθροθηρίας της Ομοσπονδιακής θηροφυλακής στην περιοχή της Θεσσαλίας κατά την έτος 2013, νιώθει την ανάγκη αλλά και την υποχρέωση να κάνει ευρύτερα γνωστό στους κυνηγούς αλλά κυρίως στους πολίτες το έργο της θηροφυλακής που οι ίδιοι οι κυνηγοί πληρώνουν για την λειτουργία της.

    Για το έτος 2013 η Ομοσπονδιακή Θηροφυλακή  έλεγξε καθ ‘όλη την διάρκεια του εικοσιτετραώρου σε όλη την Θεσσαλία 14.853  άτομα εκ των οποίων  ήταν 12.745 κυνηγοί, 1.209  κτηνοτρόφοι, 450 γεωργοί266 εκδρομείς, 84 υλοτόμοι, 72 αλιείς και  27 μελισσοκόμοι. 

     Υποβλήθηκαν 28 μηνύσεις σε 43 άτομα για 77 παραβάσεις του νόμου περί θήρας.

    Ο πρόεδρος κ. Μπαλατσός Ευάγγελος και το Δ.Σ. της Ομοσπονδίας αφού συνεχάρηκαν τους 20 Θηροφύλακες , οι οποίοι επανδρώνουν το σώμα της Ομοσπονδιακής Θηροφυλακής της Θεσσαλίας για το ουσιαστικό και αποτελεσματικό έργο που παράγουν για την πρόληψη και την αντιμετώπιση των παράνομων δραστηριοτήτων που επηρεάζουν την άγρια πανίδα και το φυσικό περιβάλλον , έθεσαν τις βάσεις και τους στόχους για τη νέα κυνηγετική περίοδο .

  • Γενική συνέλευση 2014

    Την Κυριακή 11 Μαΐου 2014 στα γραφεία της Ομοσπονδίας  πραγματοποιήθηκε η Ετήσια Γενική Συνέλευση  της Ζ ΚΟΘ .

    Κατά τη διάρκεια της ΓΣ ο Πρόεδρος της Ομοσπονδίας παρουσίασε τα πεπραγμένα της διοίκησης για το έτος 2013. Ο κ. Μπαλατσός  έδωσε ιδιαίτερη  έμφαση στα επιστημονικά προγράμματα τα οποία υλοποιούνται από την ΖΚΟΘ σε συνεργασία με την ΚΣΕ.[ ΑΡΤΕΜΙΣ 1 (ΚΣΕ)-  ΑΡΤΕΜΙΣ 2 (ΚΣΕ) -Φαινολογία της μετανάστευσης των πτηνών στην Ελλάδα (ΚΣΕ)- Τροφικές συνήθειες της αλεπούς στη Θεσσαλία  (ΖΚΟΘ) – Διαρκής καταγραφή κάρπωσης των αγριόχοιρων στη Θεσσαλία (ΖΚΟΘ)- Μελέτη για τη γενετική ταυτοποίηση και την διερεύνηση των τροφικών συνηθειών των μπεκατσών με κοντό ράμφος (Ζ ΚΟΘ & Σχολή Δασοπονίας ΤΕΙ Καρπενησίου)- Αξιολόγηση και εποπτεία της κατάστασης διατήρησης της Ορνιθοπανίδας της Ελλάδας (ΖΚΟΘ) .

    Με ιδιαίτερη βαρύτητα παρουσιάστηκε και η συμμετοχή της ΟΘ στο πρόγραμμα επιτήρησης και καταπολέμησης της Λύσσας,  στα προγράμματα της Πολιτικής Προστασίας της Περιφέρειας για την πρόληψη και την αντιμετώπιση των πυρκαγιών ( για ακόμα μια χρονιά ) καθώς και η θεαματική άνοδος των ελέγχων που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της κυνηγετικής περιόδου 2013-2014.Ο αριθμός των ελέγχων έφτασε τους 15000 καθιστώντας την συνεχή παρουσία των Ομοσπονδιακών θηροφυλάκων στο φυσικό περιβάλλον   γεγονός αδιαμφισβήτητο για όλους. Στο  σημείο αυτό ο κ. Μπαλατσός τόνισε ότι η συνεργασία της Ομοσπονδίας με τους κυνηγούς πρέπει να συνάπτεται καθημερινά και απ’τις δυο πλευρές.

    Η παρουσίαση του κ. Μπαλατσού ολοκληρώθηκε με αναφορές στις λοιπές μελέτες του επιστημονικού προσωπικού της ΖΚΟΘ  για την βελτίωση των βιοτόπων της Θεσσαλίας σε συνεργασία με τους 22 συλλόγους-μέλη.

    Η ΓΣ πραγματοποιήθηκε σε κλίμα σύμπνοιας αποφασίζοντας να ακολουθηθεί για ακόμα μια χρονιά η κοινή γραμμή που αφορά στη σωστή ενημέρωση-πληροφόρηση του πολίτη και του κυνηγού και στην προστασία του περιβάλλοντος ,έργο , μεγάλο μέρος του οποίου επωμίζεται άξια , όπως αποδεικνύεται, η ΟΘ.